Η αυτοεκτίμηση δεν είναι κάτι με το οποίο γεννιέται ένα παιδί. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από τις καθημερινές του εμπειρίες και κυρίως μέσα από τις σχέσεις που δημιουργεί με τους γονείς και τους ανθρώπους που το φροντίζουν.
Ένα παιδί με υγιή αυτοεκτίμηση δεν πιστεύει ότι είναι τέλειο, ούτε ότι τα καταφέρνει πάντα. Νιώθει ότι αξίζει, ότι αγαπιέται και ότι μπορεί να προσπαθήσει ξανά όταν κάτι δεν πάει καλά. Μαθαίνει ότι μπορεί να κάνει λάθη χωρίς να χάνει την αξία του και ότι, με την κατάλληλη υποστήριξη, μπορεί σταδιακά να γίνει πιο ανεξάρτητο.
Η αποδοχή ξεκινά από τη σχέση
Το σημαντικότερο μήνυμα που μπορεί να πάρει ένα παιδί είναι ότι η αγάπη των γονιών του δεν εξαρτάται από τις επιδόσεις ή τη συμπεριφορά του.
«Σε αγαπώ επειδή είσαι εσύ» είναι ένα διαφορετικό μήνυμα από το «σε αγαπώ επειδή πήρες καλό βαθμό» ή «επειδή ήσουν καλό παιδί».
Αυτό δεν σημαίνει ότι δε βάζουμε όρια, ή ότι αποδεχόμαστε κάθε συμπεριφορά. Το παιδί χρειάζεται σαφή όρια και καθοδήγηση, αλλά χρειάζεται ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι η συμπεριφορά του μπορεί να διορθωθεί χωρίς να αμφισβητείται η αξία του.
Η ζεστή και ειλικρινής σχέση με τον γονέα δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να εξερευνήσει, να δοκιμάσει και να μάθει.
Λιγότερο «είσαι ο καλύτερος» και περισσότερο «προσπάθησες πολύ»
Ο έπαινος έχει σημασία, αλλά έχει σημασία και ο τρόπος με τον οποίο τον χρησιμοποιούμε.
Αντί για ένα γενικό «μπράβο, είσαι καταπληκτικός», μπορούμε να περιγράψουμε αυτό που έκανε το παιδί:
«Είδα πόσο προσπάθησες να το φτιάξεις μόνος σου.»
«Μου άρεσε που περίμενες τη σειρά σου.»
«Δεν τα κατάφερες αυτή τη φορά, αλλά συνέχισες να προσπαθείς.»
Ο έπαινος για μία συγκεκριμένη πράξη βοηθά το παιδί να καταλάβει τι ακριβώς έκανε καλά και του δίνει ένα πιο ουσιαστικό μήνυμα από έναν γενικό χαρακτηρισμό.
Αφήνουμε χώρο για προσπάθεια
Είναι φυσικό να θέλουμε να βοηθήσουμε το παιδί μας. Όμως, όταν κάνουμε συνεχώς για εκείνο πράγματα που μπορεί σταδιακά να κάνει μόνο του, του στερούμε ευκαιρίες να ανακαλύψει τις ικανότητές του.
Ανάλογα με την ηλικία του, μπορούμε να του δώσουμε μικρές ευθύνες: να ντυθεί μόνο του, να μαζέψει τα παιχνίδια του, να βοηθήσει στο στρώσιμο του τραπεζιού ή να προσπαθήσει να λύσει ένα πρόβλημα πριν σπεύσουμε να του δώσουμε τη λύση.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε την τελειότητα. Η αυτοπεποίθηση μεγαλώνει όταν το παιδί βλέπει στην πράξη ότι μπορεί να κάνει πράγματα μόνο του, ακόμη κι αν στην αρχή δεν τα κάνει τέλεια.
Τα λάθη δεν είναι αποτυχίες
Ένα παιδί που φοβάται υπερβολικά το λάθος μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει τις νέες προσπάθειες. Αντίθετα, όταν το λάθος αντιμετωπίζεται ως μέρος της μάθησης, το παιδί μαθαίνει να επιμένει.
Όταν κάτι δεν του βγαίνει, μπορούμε να αποφύγουμε φράσεις όπως «μα πώς το έκανες αυτό;» και να πούμε:
«Δεν πειράζει, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.»
«Ήταν δύσκολο αυτό. Θέλεις να το ξαναπροσπαθήσουμε;»
«Κι εγώ κάνω λάθη. Έτσι μαθαίνουμε.»
Το παιδί χρειάζεται να καταλάβει ότι ένα λάθος αφορά μια πράξη ή μια προσπάθεια και όχι το ίδιο το παιδί. Το «έκανες ένα λάθος» είναι πολύ διαφορετικό μήνυμα από το «είσαι άτσαλος» ή «ποτέ δεν τα καταφέρνεις». Η αποδοχή των λαθών και η υποστηρικτική ανατροφοδότηση αποτελούν σημαντικά στοιχεία μιας υγιούς αυτοεκτίμησης.
Τα όρια βοηθούν την αυτοεκτίμηση
Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά τα παιδιά χρειάζονται όρια για να αισθάνονται ασφάλεια.
Η θετική διαπαιδαγώγηση δεν σημαίνει ότι το παιδί κάνει ό,τι θέλει. Σημαίνει ότι οι γονείς βάζουν σαφή και σταθερά όρια, εξηγούν τι περιμένουν από το παιδί και χρησιμοποιούν την πειθαρχία για να διδάξουν, όχι για να ταπεινώσουν ή να φοβίσουν.
«Δεν χτυπάμε. Μπορείς να μου πεις ότι είσαι θυμωμένος» είναι ένα όριο που ταυτόχρονα αναγνωρίζει το συναίσθημα.
Το παιδί μπορεί να ακούσει ένα «όχι» και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι είναι αγαπητό και σεβαστό.
Αποφεύγουμε τις συγκρίσεις
«Κοίτα τον αδερφό σου πόσο καλά τα καταφέρνει.»
«Η φίλη σου το κάνει καλύτερα.»
«Ο ξάδερφός σου πήρε άριστα.»
Οι συγκρίσεις μπορεί να κάνουν το παιδί να συνδέσει την αξία του με το αν είναι καλύτερο ή χειρότερο από τους άλλους.
Πιο βοηθητικό είναι να συγκρίνουμε το παιδί με τον ίδιο του τον εαυτό: «Πριν λίγο καιρό δυσκολευόσουν να το κάνεις αυτό και τώρα τα καταφέρνεις μόνος σου».
Κάθε παιδί έχει διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης, διαφορετικές δυνατότητες και διαφορετικές δυσκολίες. Στόχος δεν είναι να είναι καλύτερο από κάποιο άλλο παιδί, αλλά να εξελίσσεται με τον δικό του ρυθμό.
Ακούμε πραγματικά τα παιδιά
Η αυτοεκτίμηση συνδέεται με το μήνυμα «η γνώμη και τα συναισθήματά μου έχουν σημασία».
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε πάντα με το παιδί. Χρειάζεται όμως να το ακούμε.
Αν ένα παιδί πει «δεν μπορώ να κάνω φίλους στο σχολείο», η άμεση απάντηση «μη λες ανοησίες, όλοι σε αγαπούν» μπορεί να κλείσει τη συζήτηση. Μια απάντηση όπως «φαίνεται ότι αυτό σε δυσκολεύει πολύ, θέλεις να μου πεις τι έγινε;» του δείχνει ότι υπάρχει χώρος για τα συναισθήματά του.
Όταν ένα παιδί αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να κριθεί, μαθαίνει σταδιακά να αναγνωρίζει και να εκφράζει καλύτερα όσα νιώθει.
Δεν χρειάζεται να μεγαλώσουμε ένα παιδί που πιστεύει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα
Στόχος δεν είναι ένα παιδί που θεωρεί ότι είναι τέλειο ή ότι μπορεί να τα καταφέρει σε όλα.
Στόχος είναι ένα παιδί που μπορεί να πει:
«Αυτό το κατάφερα.»
«Σε αυτό δυσκολεύομαι.»
«Έκανα λάθος.»
«Χρειάζομαι βοήθεια.»
«Μπορώ να ξαναπροσπαθήσω.»
Αυτή είναι η βάση μιας υγιούς αυτοεκτίμησης: να γνωρίζει το παιδί τις δυνατότητές του, να αναγνωρίζει τις δυσκολίες του και να συνεχίζει να προσπαθεί χωρίς να αισθάνεται ότι η αξία του εξαρτάται από την επιτυχία.
Και ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι δεν χρειάζονται «τέλειοι» γονείς για να χτιστεί η αυτοεκτίμηση. Οι καθημερινές, μικρές στιγμές σύνδεσης, ενθάρρυνσης, ορίων και αποδοχής είναι αυτές που, με τον χρόνο, δίνουν στο παιδί το μήνυμα που χρειάζεται περισσότερο: «Αξίζω, με αγαπούν και μπορώ να προσπαθήσω.»